διπρόσωπος
άλλοΠου δείχνει δύο διαφορετικές ή αντίθετες πλευρές στη συμπεριφορά, στα λόγια ή στις διαθέσεις του, ανάλογα με το πώς τον συμφέρει.
Συνώνυμα
υποκριτικός υποκριτής διπλοπρόσωπος ύπουλος ανειλικρινής προδοτικός ψεύτικος ψεύτης δόλιος χαμαιλέοντας υποκριταράς πανούργος αμφίβολος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αρχαίο ειδώλιο ήταν διπρόσωπο, με ένα πρόσωπο σε κάθε πλευρά.
- Ο διπρόσωπος φίλος μου χαμογελούσε μπροστά μου και έλεγε κακά λόγια πίσω από την πλάτη μου.
- Η πολιτική του κόμματος ήταν διπρόσωπη, υποσχόταν διαφάνεια αλλά στήριζε το πελατειακό κράτος.
- Μην εμπιστεύεσαι διπρόσωπους που μιλούν με διπλό λόγο.
- Το κτίριο έχει ένα διπρόσωπο σχέδιο, σύμβολο της διπλής του χρήσης.