απαγορευμένος

επίθετο

1. Που έχει απαγορευτεί από νόμο, κανόνα ή εξουσία και δεν επιτρέπεται η χρήση, η πρόσβαση ή η διεξαγωγή του.

2. Που δεν θεωρείται επιτρεπτό λόγω ηθικών, κοινωνικών ή πρακτικών περιορισμών.

Συνώνυμα

απαγορευθείς μπανισμένος ανεπίτρεπτος μπλοκαρισμένος παράνομος αποκλεισθείς λαθραία λαθραίος αποκλεισμένος παρεμποδισμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η είσοδος στην περιοχή είναι απαγορευμένη χωρίς άδεια.
  • Οι συζητήσεις για το θέμα θεωρούνται απαγορευμένες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
  • Το κάπνισμα σε εσωτερικούς χώρους είναι απαγορευμένο από τον νόμο.
  • Ο χώρος είναι απαγορευμένος για τους επισκέπτες.
  • Το βιβλίο αυτό θεωρήθηκε απαγορευμένο από τη λογοκρισία.