αόρατος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με την όραση ή δεν γίνεται ορατός υπό συνήθεις συνθήκες.
2. Που παραμένει απαρατήρητος ή δεν γίνεται αντιληπτός από τους άλλους σε μεταφορικό επίπεδο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μάγος έγινε αόρατος μπροστά στα μάτια μας.
- Στο μεγάλο συνέδριο ο Ιωάννης έμεινε αόρατος.
- Η μελάνη ήταν αόρατη στο χαρτί μέχρι να το φωτίσουμε.
- Πολλοί ηλικιωμένοι αισθάνονται αόρατοι στην κοινωνία.
- Το υπέρυθρο φως είναι αόρατο για το ανθρώπινο μάτι.