έγκλειστος
επίθετο1. Που είναι κλεισμένος ή περιορισμένος σε συγκεκριμένο χώρο και δεν έχει ελευθερία κινήσεων.
2. Που βρίσκεται υπό κράτηση ή φυλάκιση από τις αρχές.
3. Που παραμένει περιορισμένος ή απομονωμένος σε ίδρυμα για λόγους ιατρικής ή ψυχιατρικής περίθαλψης.
Συνώνυμα
εγκλεισμένος φυλακισμένος κρατούμενος εσωκλεισμένος εγκλωβισμένος απομονωμένος κλεισμένος κλειδωμένος αποκλεισμένος δέσμιος συλληφθείς δεσμώτης παγιδευμένος περιορισμένος φρουρούμενος όμηρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο έγκλειστος στο σωφρονιστικό κατάστημα ζητούσε άδεια για να δει τους δικηγόρους του.
- Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας έμειναν έγκλειστοι στο σπίτι χωρίς να μπορούν να βγουν.
- Η έγκλειστη ασθενής νοσηλεύεται σε μονάδα με εξειδικευμένη φροντίδα.
- Στο δείγμα του οψιδιανού εντοπίστηκε έγκλειστος αέρας μέσα σε μια μικρή κοιλότητα.
- Μετά τη μεγάλη απώλεια, αισθανόταν έγκλειστος στον δικό του κόσμο και δύσκολα επικοινωνούσε.