σκυθρωπός
επίθετοΠου εμφανίζει κατηφή ή κακόκεφη όψη και διάθεση, με σφιγμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, μειωμένη προθυμία για χαμόγελο ή συζήτηση και τάση απομάκρυνσης ή σιωπής.
Συνώνυμα
κατσούφης μουτρωμένος μουτρωτός αγέλαστος βλοσυρός κατσουφιασμένος μελαγχολικός μουντός θλιμμένος δυσαρεστημένος δυσδιάθετος θλιβερός πικραμένος δύστροπος ζοφερός στενοχωρημένος μίζερος σιωπηλός σφιγμένος θυμωμένος απαισιόδοξος γκρινιάρης πένθιμος πικρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σκυθρωπός άντρας δεν χαμογελούσε σε κανέναν.
- Η σκυθρωπή γυναίκα πέρασε βιαστικά χωρίς να χαιρετήσει.
- Ο ουρανός ήταν σκυθρωπός και σύντομα άρχισε να βρέχει.
- Μετά τα δυσάρεστα νέα, ο φίλος μου έμεινε σκυθρωπός όλο το απόγευμα.
- Καθώς μπήκε στην αίθουσα, οι σκυθρωποί μαθητές απλώς κοιτούσαν το τραπέζι.