ανειλικρινής
επίθετο1. Που δεν εκφράζει ειλικρινή συναισθήματα ή απόψεις, παρουσιάζοντας λόγο ή συμπεριφορά που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά αισθήματα ή τις προθέσεις.
Συνώνυμα
υποκριτικός διπρόσωπος ψευδοειλικρινής προσποιητός φαρισαϊκός ψεύτικος απατηλός παραπλανητικός δολιός ύπουλος ανέντιμος πλαστός επιτήδειος τεχνητός ψευδής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανειλικρινής συνομιλητής προσπάθησε να κρύψει την αλήθεια.
- Η απάντησή της ήταν ανειλικρινής, περισσότερο για να μην την πληγώσει.
- Θα ήμουν ανειλικρινής αν έλεγα ότι δεν με απασχολεί.
- Η ανειλικρινής συμπεριφορά του δημιούργησε δυσπιστία στην ομάδα.
- Δεν θέλω να φανώ ανειλικρινής, οπότε θα σου πω την αλήθεια.