προσπελάσιμος
άλλοΠου μπορεί να προσεγγιστεί, να φτάσει κανείς κοντά του ή να χρησιμοποιηθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απρόσιτος αδιάβατος αδιαπέραστος απροσπέλαστος απομονωμένος δυσπρόσιτος άβατος αποκλεισμένος κλειστός σφραγισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίριο είναι προσπελάσιμο για άτομα με κινητικά προβλήματα.
- Η ιστοσελίδα πρέπει να είναι προσπελάσιμη από όλους τους χρήστες.
- Τα αρχεία έγιναν προσπελάσιμα από όλο το προσωπικό.
- Ο δρόμος προς το χωριό έγινε προσπελάσιμος μετά το έργο αποχέτευσης.
- Παρά την επιτυχία του, παρέμεινε προσπελάσιμος και πρόθυμος να βοηθήσει τους νέους συναδέλφους.