κρυπτός

επίθετο

1. Που βρίσκεται ή τοποθετείται έτσι ώστε να μην γίνεται εύκολα αντιληπτός, ορατός ή εμφανής.

2. Που προορίζεται να μην γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό ή να αποκρύπτεται από τρίτους, όταν αναφέρεται σε πληροφορίες, σχέδια ή προθέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κρυπτός θησαυρός βρισκόταν πίσω από τον παλιό τοίχο.
  • Υπήρχε ένας κρυπτός κίνδυνος στη συμφωνία που δεν είχαμε προσέξει.
  • Στην επιστολή υπήρχε μια κρυπτή απειλή.
  • Ήταν ένας κρυπτός θαυμαστής που έστελνε λουλούδια κάθε εβδομάδα.
  • Το μήνυμα ήταν κρυπτό και απαιτούσε αποκρυπτογράφηση.