καλυμμένος
επίθετο1. Που έχει πάνω του ή γύρω του κάτι που σκεπάζει την επιφάνειά του ή τα εξωτερικά του μέρη.
2. Που δεν είναι ορατό ή προσβάσιμο επειδή καλύπτεται από ύλη, αντικείμενο ή άλλη δομή.
Συνώνυμα
σκεπασμένος σκεπαστός επικαλυμμένος εξασφαλισμένος συγκαλυμμένος κρυμμένος προστατευμένος ασφαλισμένος μασκαρισμένος περιβεβλημένος επενδεδυμένος γεμάτος επιμελημένος τυλιγμένος σκονισμένος χιονισμένος λασπωμένος βρεγμένος επιχρισμένος στρωμένος κρυπτός μυστικός ντυμένος
Αντώνυμα
ακάλυπτος ξεσκεπασμένος εκτεθειμένος αποκαλυμμένος απογυμνωμένος απροκάλυπτος γυμνό γυμνός απροστάτευτος ανασφάλιστος φανερός ξεσκέπαστος ανοιχτός διάφανος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος είναι καλυμμένος με χιόνι.
- Ο εργαζόμενος είναι καλυμμένος από την ασφάλεια του εργοδότη.
- Ο ύποπτος φαίνεται καλυμμένος πίσω από ψευδή στοιχεία.
- Ο τραυματίας είναι καλυμμένος με επίδεσμο στο χέρι.
- Ο προϋπολογισμός είναι καλυμμένος από τα έσοδα του έργου.