παραπλανητικός

επίθετο

1. Που προκαλεί λανθασμένη εντύπωση ή παραπλανά, οδηγώντας σε λανθασμένη αντίληψη ή συμπέρασμα.

2. Που παρουσιάζει ή περιγράφει κάτι με τρόπο που αποκρύπτει ή διαστρεβλώνει τα πραγματικά χαρακτηριστικά του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παραπλανητική διαφήμιση οδήγησε πολλούς καταναλωτές σε λανθασμένες επιλογές.
  • Το γράφημα ήταν παραπλανητικό, γιατί οι άξονες δεν ξεκινούσαν από το μηδέν.
  • Οι παραπλανητικοί ισχυρισμοί του πολιτικού προκάλεσαν αντιδράσεις.
  • Η έκφρασή του ήταν παραπλανητική· έδειχνε ψύχραιμος ενώ ήταν αναστατωμένος.
  • Έλαβα παραπλανητική πληροφορία για τη διαδρομή και χάθηκα.