αναρχία
ουσιαστικό1. Πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από απουσία κεντρικής ή αναγνωρισμένης εξουσίας και από την άρνηση ή την κατάργηση των κρατικών και ιεραρχικών δομών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
τάξη νόμος νομιμότητα αρχηγία ηγεσία θεσμός κοινοπολιτεία πολίτευμα πρόγραμμα έλεγχος πολιτεία πρωτόκολλο τιμόνι κουμάντο δομή κυβέρνηση κράτος εξουσία διακυβέρνηση διοίκηση διάταξη διεύθυνση ευταξία καθεστώς καθοδήγηση κανονικότητα κατάστιχο μοναρχία οργάνωση πλαίσιο ρύθμιση σύνταγμα τακτοποίηση πολιτική κώδικας σύστημα τακτική οδήγηση βασιλεία διάρθρωση νομοθεσία συστηματικότητα πειθαρχία ομαλότητα σταθερότητα ασφάλεια έθος διαχείριση σχεδιασμός βασίλειο αυτοκρατορία μέθοδος δικτατορία ευρυθμία μεθοδικότητα συντονισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναρχία ως πολιτικό ρεύμα υποστηρίζει την κατάργηση του κράτους.
- Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος επικράτησε αναρχία στους δρόμους.
- Οργανώθηκε πρόχειρα, με αποτέλεσμα πλήρη αναρχία στην εκδήλωση.
- Στο γραφείο υπάρχει αναρχία στα αρχεία, δεν μπορεί κανείς να βρει τίποτα.
- Η απουσία ελέγχων οδήγησε σε αναρχία στις τιμές.