πονοκέφαλος

ουσιαστικό

1. Πόνος ή δυσάρεστη αίσθηση στην περιοχή του κεφαλιού, που μπορεί να είναι διάχυτος ή εντοπισμένος και να συνοδεύεται από συμπτώματα όπως ναυτία, ευαισθησία στο φως ή στον ήχο.

Συνώνυμα

κεφαλαλγία πονοκεφαλιά πονοκεφάλι ημικρανία μπελάς πρόβλημα ενόχληση αγκάθι ζαλάδα ταλαιπωρία βάσανο ζόρι ζήτημα γρίφος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω έναν δυνατό πονοκέφαλο από χθες το απόγευμα.
  • Ο συνεχής θόρυβος στο γραφείο έγινε μεγάλος πονοκέφαλος για την ομάδα.
  • Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές προκαλούν πονοκεφάλους στη διοίκηση.
  • Ο πονοκέφαλος δεν με αφήνει να συγκεντρωθώ στη δουλειά.
  • Αφού ξεκουράστηκα και ήπια νερό, ο πονοκέφαλος υποχώρησε.