ναυτία
ουσιαστικό1. Αίσθημα δυσφορίας στο ανώτερο τμήμα της κοιλιάς και στο θώρακα με τάση προς έμετο, συχνά συνοδευόμενο από σιελόρροια, ωχρότητα, ζάλη και αδυναμία.
2. Μεταφορικά, έντονη αηδία ή αποστροφή προς κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα ναυτία χτες το βράδυ και αναγκάστηκα να ξαπλώσω.
- Η ναυτία από την αναταραχή στη θάλασσα τον ανάγκασε να βγει έξω στον καθαρό αέρα.
- Η ναυτία της εγκυμοσύνης ήταν πιο έντονη το πρώτο τρίμηνο.
- Η μυρωδιά του χαλασμένου ψαριού του προκάλεσε ναυτία.
- Μου προκαλεί ναυτία η αδικία και η υποκρισία.