μέθη

άλλο

Κατάσταση πνευματικής και σωματικής αλλοίωσης που προκαλείται από την κατανάλωση αλκοόλ και επηρεάζει την κρίση, τον συντονισμό και τη συμπεριφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μέθη από το κρασί τον έκανε να μιλάει χωρίς φραγμούς.
  • Στη μέθη της νίκης ξέχασαν τις παλιές διαφορές.
  • Η μέθη του έρωτα την οδηγούσε σε ριψοκίνδυνες αποφάσεις.
  • Στη μέθη της νιότης όλα μοιάζουν δυνατά και φωτεινά.
  • Η μέθη από τα ναρκωτικά απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση.