συντεχνία
ουσιαστικό1. Ένωση τεχνιτών, χειρωνακτών ή εμπόρων του ίδιου επαγγέλματος που οργανώνεται για τη ρύθμιση της άσκησης της τέχνης ή του εμπορίου, την εκπαίδευση μαθητευομένων, την προστασία των μελών και τη διατήρηση επαγγελματικών κανόνων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συντεχνία των ξυλουργών όριζε τα πρότυπα ποιότητας και την εξέταση των μαθητευόμενων.
- Η συντεχνία των δημοσίων υπαλλήλων κήρυξε 24ωρη απεργία για την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης.
- Πολλές συντεχνίες συνενώθηκαν για να διαπραγματευτούν καλύτερους μισθούς.
- Στον μεσαίωνα η συντεχνία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της παραγωγής και της εκπαίδευσης των τεχνιτών.
- Οι πολίτες κατήγγειλαν μια τοπική συντεχνία που λειτουργούσε ως κλειστή ομάδα και εμπόδιζε τον ανταγωνισμό.