σχίσιμο

ουσιαστικό

1. Το άνοιγμα ή η ρωγμή που δημιουργείται όταν κάτι σκίζεται.

2. Η πράξη του να σχίζεται κάτι, ιδίως με δύναμη ή απότομα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σχίσιμο του χαρτιού έγινε κατά λάθος.
  • Το σχίσιμο του υφάσματος φάνηκε αμέσως στη ραφή.
  • Με το απότομο τράβηγμα προκλήθηκε σχίσιμο στο παντελόνι.
  • Το σχίσιμο της αφίσας άφησε μόνο μισό τοίχο καλυμμένο.
  • Η επανειλημμένη χρήση προκάλεσε σχίσιμο στο δέρμα του παπουτσιού.