συνεννόηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία επικοινωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων ή ομάδων με σκοπό την επίτευξη κοινής κατανόησης, την καθιέρωση συμφωνίας ή τον καθορισμό κοινών ενεργειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνεννόηση μεταξύ των συναδέλφων ήταν άμεση και αποτελεσματική.
  • Χρειάζεται συνεννόηση για να οργανώσουμε το πρόγραμμα.
  • Χωρίς συνεννόηση τα ραντεβού θα μπερδευτούν.
  • Υπήρξε προφορική συνεννόηση με τον προμηθευτή για την παράδοση των υλικών.
  • Με λίγη συνεννόηση μπορούμε να αποφύγουμε παρεξηγήσεις.
  • Η συνεννόηση σε έκτακτες καταστάσεις πρέπει να είναι σαφής και γρήγορη.