παραλείπω
ρήμα1. Αφαιρώ ή αφήνω εκτός κάτι που θα μπορούσε ή θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σε κατάλογο, κείμενο, λίστα ή σειρά.
2. Δεν εκτελώ ή δεν πραγματοποιώ μια ενέργεια που αναμενόταν ή απαιτείτο, από αμέλεια ή από πρόθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναφέρω συμπεριλαμβάνω αναφέρομαι επαναλαμβάνω θίγω μνημονεύω περιλαμβάνω προβαίνω συμπληρώνω διαβάζω μετράω δρω τσεκάρω ξαναλέω σιγουρεύομαι εξερευνώ επικαλούμαι ονοματίζω συγκρίνω προσθέτω ενσωματώνω βάζω αναγράφω επισημαίνω ανακοινώνω αναπαριστώ ανιχνεύω εκλαμβάνω εκφωνώ εξασφαλίζω επισκοπώ επιτελώ ερευνώ ερμηνεύω καταγράφω καταχωρώ περιγράφω περιεργάζομαι πραγματοποιώ προσφωνώ σαρώνω σημειώνω σκαλίζω συντάσσω σχολιάζω τηρώ υπενθυμίζω γνωρίζω χρησιμοποιώ δοκιμάζω απαντώ ελέγχω αγγίζω συνειδητοποιώ εντοπίζω παρατηρώ ξανακάνω ειδοποιώ επισκέπτομαι εξετάζω ανταποδίδω απαγγέλλω απεικονίζω διαπράττω διεξάγω εκπληρώνω επεξεργάζομαι κατονομάζω πράττω εκτελώ κάνω διατυπώνω διηγούμαι βρίσκω σηκώνω τηλεφωνώ ξαναβλέπω διαλέγω ακολουθώ διορθώνω σκέπτομαι καταπιάνομαι στοχάζομαι ψαχουλεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Σε επίσημα κείμενα συχνά παραλείπω λεπτομέρειες που δεν είναι απαραίτητες.
- Όταν βιάζομαι, πολλές φορές παραλείπω να απαντήσω σε μηνύματα.
- Στη συνταγή αυτή παραλείπω το αλάτι επειδή προτιμώ πιο ήπια γεύση.
- Στη λίστα προσκεκλημένων παραλείπω κάποιον με τον οποίο έχω χάσει επαφή.
- Κατά τη δοκιμή του προγράμματος παραλείπω ένα βήμα και προκαλείται σφάλμα.