παίρνω
ρήμα1. Κρατώ ή αποκτώ στην κατοχή μου ένα αντικείμενο ή ουσία, μετακινώντας το από την αρχική του θέση προς εμένα ή σε άλλο σημείο.
2. Λαμβάνω κάτι που μου δίδεται, αποστέλλεται ή προσφέρεται (π.χ. μήνυμα, δώρο, πληρωμή, πληροφορία).
Συνώνυμα
λαμβάνω παραλαμβάνω σηκώνω μαζεύω προσλαμβάνω πιάνω αρπάζω αποκτώ προμηθεύομαι δέχομαι υιοθετώ βγάζω τηλεφωνώ τραβάω αναλαμβάνω διαλέγω πηδάω προλαβαίνω επιλέγω κουβαλάω εκλαμβάνω κουβαλώ συλλέγω αγοράζω κερδίζω τσιμπάω αποσπάω εισπράττω αρχίζω απαντάω υφίσταμαι ανασύρω αποδέχομαι απορροφώ αφαιρώ επιλαμβάνομαι καταλαμβάνω στερώ υποδέχομαι αντλώ εξάγω οικειοποιούμαι κυριεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί παίρνω το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
- Στα γενέθλιά μου πάντα παίρνω πολλά δώρα.
- Στο σούπερ μάρκετ παίρνω φρέσκο ψωμί και γάλα.
- Όταν χτυπάει το τηλέφωνο, συνήθως παίρνω.
- Κάθε φθινόπωρο παίρνω κρυολόγημα.