αγοράζω

ρήμα

1. Αποκτώ αγαθά ή υπηρεσίες πληρώνοντας με χρήματα ή παρέχοντας άλλη οικονομική ή υλική αξία ως αντάλλαγμα.

2. Κατοχυρώνω την κυριότητα, τα δικαιώματα ή το μερίδιο σε κάτι μέσω αγοράς, επένδυσης ή επίσημης συναλλαγής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο σούπερ μάρκετ αγοράζω φρέσκα λαχανικά κάθε εβδομάδα.
  • Αύριο αγοράζω εισιτήρια για το τρένο.
  • Στη συνάντηση αγοράζω χρόνο ζητώντας διευκρινίσεις.
  • Ποτέ δεν αγοράζω ψήφους ή τη σιωπή κανενός.
  • Με την πρώτη μου δουλειά αγοράζω λίγη οικονομική ανεξαρτησία.