συλλέγω
ρήμα1. Μεταφέρω αντικείμενα, στοιχεία ή υλικά από διάφορες θέσεις σε κοινή θέση ή σύνολο, με σκοπό φύλαξη, ταξινόμηση ή χρήση.
2. Αφαιρώ προϊόντα ή καρπούς από φυτά, χωράφια ή άλλα περιβάλλοντα για κατανάλωση, επεξεργασία ή εμπορία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Κυριακή συλλέγω γραμματόσημα για το άλμπουμ μου.
- Το φθινόπωρο συλλέγω μήλα από τα δέντρα στον κήπο.
- Από τις συνεντεύξεις συλλέγω χρήσιμες πληροφορίες για την έρευνά μου.
- Από τα λόγια σου συλλέγω ότι δεν θέλεις να συνεχίσουμε τη συνεργασία.
- Για το φιλανθρωπικό παζάρι συλλέγω χρήματα και ρούχα για τους συνανθρώπους μας.