λογική
ουσιαστικό1. Κλάδος της φιλοσοφίας και των μαθηματικών που μελετά τους κανόνες και τις μεθόδους έγκυρου συλλογισμού, τη δομή των επιχειρημάτων και τους τρόπους παραγωγής ορθών συμπερασμάτων.
Συνώνυμα
λογικότητα λόγος συλλογισμός λογισμός νόηση διάνοια επιχειρηματολογία διαλεκτική ορθολογισμός ορθολογία ορθολογικότητα συλλογιστική νόημα σκεπτικό νοημοσύνη σκέψη επιχείρημα αιτιολόγηση φρόνηση σύνεση κανόνας μυαλό φιλοσοφία
Αντώνυμα
παράλογο παραλογισμός παραλογικότητα ανοησία μωρία βλακεία μαγεία συναίσθημα ένστικτο ασυναρτησία διαίσθηση ηλιθιότητα μπαρούφα χαζομάρα κουταμάρα μπουρδολογία παλαβομάρα παπαριά τρέλα παραφροσύνη παράνοια αυθαιρεσία μπούρδα μάγια μανία παραλήρημα παρόρμηση αερολογία χαζοσύνη αφροσύνη μαλακία συναισθηματισμός ιδεοληψία ασυνέπεια χάος φαντασία φαντασίωση δαίμων ψύχωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η λογική του επιχειρήματος είναι ξεκάθαρη.
- Σπούδασε λογική και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο.
- Δεν έχει λογική να ξοδέψουμε τόσα χρήματα γι' αυτό.
- Η λογική της ιστοσελίδας διευκολύνει την πλοήγηση.
- Στην πληροφορική, η λογική των αλγορίθμων είναι κρίσιμη.