διαίσθηση

ουσιαστικό

1. Άμεση, εσωτερική αντίληψη ή γνώση που προκύπτει χωρίς συνειδητή λογική επεξεργασία και οδηγεί σε ενστικτώδη κρίση ή αίσθηση για την ορθότητα, τη σημασία ή την πιθανότητα κάποιου γεγονότος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είχα μια έντονη διαίσθηση ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.
  • Η διαίσθηση του καλλιτέχνη τον βοήθησε να επιλέξει τα χρώματα.
  • Στα μαθηματικά, η διαίσθηση πολλές φορές οδηγεί σε γρήγορες υποθέσεις πριν την απόδειξη.
  • Δεν πίστευε τις απλές εξηγήσεις· η διαίσθηση του έλεγε ότι υπήρχε κάτι παραπάνω.
  • Η διαίσθηση δεν αντικαθιστά την έρευνα, αλλά συχνά υποδεικνύει ποια ερώτηση να εξετάσουμε.