αφροσύνη
ουσιαστικόΤρόπος σκέψης ή συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σωφροσύνης και από απερίσκεπτες, ασύνετες ενέργειες ή επιλογές.
Συνώνυμα
βλακεία κουταμάρα αμυαλιά ηλιθιότητα μωρία ανοησία απρονοησία απερισκεψία παραφροσύνη τρελάδα παλαβομάρα λεπτομυαλιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αφροσύνη του τον οδήγησε σε πολλές λανθασμένες αποφάσεις.
- Ήταν μεγάλη αφροσύνη να φύγει χωρίς να ενημερώσει κανέναν.
- Με τέτοια αφροσύνη, έχασε την εμπιστοσύνη των άλλων.
- Δεν πίστευε ότι μια στιγμή αφροσύνης θα είχε τόσο σοβαρές συνέπειες.
- Την κατηγόρησαν για αφροσύνη και απερισκεψία.