μωρία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα άτομο ή ομάδα παρουσιάζει έλλειψη λογικής κρίσης και κριτικής σκέψης, με συνέπεια τη λήψη επιπόλαιων, παράλογων ή δυνητικά επικίνδυνων αποφάσεων και συμπεριφορών.
Συνώνυμα
ηλιθιότητα βλακεία ανόησία ανοησία μωροσύνη χαζομάρα μαλακία παπαριές γελοιότητα αφροσύνη σαχλαμάρα αφέλεια παραφροσύνη τρέλα παλαβομάρα φαιδρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μωρία του να εμπιστευτεί αγνώστους στοίχισε ακριβά στην εταιρεία.
- Λυπήθηκα για τη δική μου μωρία όταν κατάλαβα το λάθος.
- Στην παλιά ιατρική βιβλιογραφία, η μωρία αναφερόταν σε σοβαρή διανοητική εξασθένηση.
- Μην αφήνεις την μωρία της στιγμής να καθορίζει τη ζωή σου.
- Στο έργο του, η μωρία της εξουσίας καταδεικνύει την ανθρώπινη τυφλότητα.