νόηση
ουσιαστικό1. Διανοητική ικανότητα ή λειτουργία του ανθρώπου και άλλων έμβιων όντων που επιτρέπει την αντίληψη, την επεξεργασία και την ερμηνεία πληροφοριών, τη σκέψη, τη λήψη αποφάσεων και τη λύση προβλημάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νόηση αναπτύσσεται ραγδαία τα πρώτα χρόνια της ζωής.
- Η επιστημονική έρευνα μελετά τις διαδικασίες της νόησης.
- Μετά το ατύχημα, η νόηση του ασθενούς παρουσίασε προσωρινή εξασθένηση.
- Χρειάζεται κριτική νόηση για να αξιολογήσεις τα επιχειρήματα σωστά.
- Η συλλογική νόηση μιας κοινωνίας αντανακλάται στις παραδόσεις και στις αξίες της.