παραλογισμός
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή ιδιότητα της έλλειψης λογικής σκέψης, ορθής αιτιολόγησης ή συνεπούς συλλογισμού.
2. Συμπεριφορά, πράξη ή ιδέα που αποκλίνει από τις αρχές της λογικής και εμφανίζεται ως παράλογη, ασυνεπής ή ανεξήγητη σε σχέση με τα δεδομένα.
Συνώνυμα
παράλογο ανορθολογισμός ασυναρτησία παραφροσύνη παράνοια τρέλα παραλήρημα ανοησία γελοιότητα τρελοσύνη παρανοϊκότητα παλαβιά παλαβομάρα βλακεία ηλιθιότητα μανία χαζομάρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παραλογισμός της απόφασης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Ο παραλογισμός του επιχειρήματος φάνηκε από το άλμα στα συμπεράσματα.
- Ο παραλογισμός του φόβου πολλές φορές στρεβλώνει τη λογική μας.
- Στην παράσταση αναδείχθηκε ο παραλογισμός της καθημερινής ζωής με σουρεαλιστικό τρόπο.
- Ο παραλογισμός των γραφειοκρατικών διαδικασιών αποθαρρύνει τους πολίτες.