βλακεία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη λογικής, κρίσης ή νοητικής επάρκειας.
2. Πράξη ή συμπεριφορά που προκύπτει από βιαστική, αδιάφορη ή λανθασμένη εκτίμηση και είναι παράλογη ή επιζήμια.
Συνώνυμα
ανοησία ηλιθιότητα μωρία μωροσύνη αφροσύνη μπαρούφα παπαριά χαζοσύνη σαχλαμάρα κουταμάρα χαζομάρα μαλακία κοτσάνα μπούρδα μπουρδολογία παλαβομάρα ασυναρτησία απρονοησία γκάφα αερολογία γελοιότητα κουφιολόγημα μωρολογία σφάλμα αφέλεια άγνοια τρέλα ανόητο αμάθεια απλοϊκότητα ατόπημα παραλογισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε μια βλακεία και το πλήρωσε ακριβά.
- Μην κάνεις βλακεία, πρόσεχε τα παιδιά.
- Αυτά που ακούω είναι βλακεία.
- Τι βλακεία ήταν αυτή;
- Η βλακεία πολλές φορές προέρχεται από άγνοια.