βλακεία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη λογικής, κρίσης ή νοητικής επάρκειας.

2. Πράξη ή συμπεριφορά που προκύπτει από βιαστική, αδιάφορη ή λανθασμένη εκτίμηση και είναι παράλογη ή επιζήμια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανε μια βλακεία και το πλήρωσε ακριβά.
  • Μην κάνεις βλακεία, πρόσεχε τα παιδιά.
  • Αυτά που ακούω είναι βλακεία.
  • Τι βλακεία ήταν αυτή;
  • Η βλακεία πολλές φορές προέρχεται από άγνοια.