παράνοια

ουσιαστικό

1. Ψυχική διαταραχή χαρακτηριζόμενη από επίμονες παραληρητικές ιδέες και υπερβολική καχυποψία, με διαταραγμένη αντίληψη της πραγματικότητας και συχνά διωκτικού χαρακτήρα.

Συνώνυμα

παρανοϊκότητα παρανοϊσμός παραλήρημα μανία τρέλα παλαβιά παλαβομάρα υστερία παραλογισμός ιδεοληψία φοβία φόβος παραίσθηση παραξενιά παροξυσμός παραφροσύνη ψύχωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παράνοια είναι σύμπτωμα σε ορισμένες ψυχικές διαταραχές.
  • Η παράνοια του δεν τον άφηνε να εμπιστευτεί κανέναν.
  • Στην ταινία περιγράφεται η παράνοια μιας ολόκληρης κοινωνίας απέναντι στους ξένους.
  • Στο γραφείο επικρατούσε μια σχεδόν υστερική παράνοια για τη διαρροή πληροφοριών.
  • Οι ειδήσεις προκάλεσαν παράνοια σχετικά με τις κάμερες παρακολούθησης.
  • Η παράνοια τον έκανε να πιστεύει ότι οι συνάδελφοί του συνωμοτούσαν.