ανοησία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη λογικής κρίσης ή συνετής σκέψης, που εκδηλώνεται με παράλογες, επιπόλαιες ή ανεύθυνες πράξεις και αποφάσεις.

2. Λεκτικό ή εννοιολογικό περιεχόμενο χωρίς ουσιαστική βάση ή σημασία, που παρουσιάζεται ως ασύνδετο ή ανούσιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ιδέα αυτή είναι ανοησία.
  • Μην λες τέτοια ανοησία, δεν βοηθάει.
  • Αυτό που έκανες ήταν ανοησία.
  • Τι ανοησία!
  • Πρέπει να σταματήσουμε αυτή την ανοησία.