χαζομάρα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή διάθεση χαρακτηριζόμενη από επιπόλαιη, αφελή ή παράλογη σκέψη και συμπεριφορά, που εκδηλώνεται με έλλειψη σοβαρότητας.
2. Πράξη, ιδέα ή παρατήρηση επιπόλαια και ασύνδετη με ορθολογική σκέψη, συνήθως χωρίς σημαντική συνέπεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χαζομάρα που έκανε στο πάρτι μάς έκανε όλους να γελάσουμε.
- Μην ασχολείσαι με αυτή τη χαζομάρα, έχουμε σοβαρότερα πράγματα να λύσουμε.
- Έκανα μια μικρή χαζομάρα, αλλά την έχω ήδη διορθώσει.
- Αυτές οι ιδέες είναι καθαρή χαζομάρα και δεν αξίζουν συζήτηση.
- Μην αφήνεις τη χαζομάρα του πλήθους να σε παρασύρει.
- Ήταν απλώς μια χαζομάρα της ηλικίας του — θα το ξεχάσει σύντομα.