δαίμων
ουσιαστικό1. Πνευματική ή υπερφυσική ύπαρξη στην αρχαία ελληνική θρησκεία και κοσμολογία, που θεωρείται ότι μεσολαβεί μεταξύ θεών και ανθρώπων και επηρεάζει τα ανθρώπινα γεγονότα και την τύχη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην αρχαία μυθολογία ο δαίμων συχνά χαρακτηριζόταν ως προστατευτικό πνεύμα.
- Οι χωρικοί φοβόντουσαν πως ένας κακός δαίμων είχε μολύνει το πηγάδι.
- Μετά τις συνεχείς αποτυχίες, αισθάνθηκε ότι ο δαίμων της τύχης τον εγκατέλειψε.
- Ο δαίμων της δημιουργικότητας τον ώθησε να γράψει όλη τη νύχτα.
- Ο δαίμων της εμμονής του δεν τον άφηνε σε ησυχία.