συναισθηματισμός
ουσιαστικό1. Έντονη ή υπερβολική τάση προς έκφραση συναισθημάτων, ιδίως όταν αυτά υπερκαλύπτουν τη λογική ή την αντικειμενική κρίση.
Συνώνυμα
συναισθηματικότητα αισθηματολογία μελοδραματισμός συγκινησιακότητα ευαισθησία εκδηλωτικότητα μελό συγκίνηση δραματικότητα ρομαντισμός λυρικότητα συναίσθημα επίκληση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συναισθηματισμός στην ταινία έκανε το κοινό να κλαίει.
- Μερικές φορές ο συναισθηματισμός στις δημόσιες ομιλίες αντικαθιστά τα επιχειρήματα.
- Στην κριτική λογοτεχνίας, ο συναισθηματισμός θεωρείται συχνά ελάττωμα.
- Ο ψυχολόγος εξήγησε ότι ο συναισθηματισμός μπορεί να καλύψει ανεπίλυτα τραύματα.
- Στη διαφήμιση, ο συναισθηματισμός χρησιμοποιείται για να επηρεάσει την καταναλωτική συμπεριφορά.