συλλογισμός
ουσιαστικό1. Διανοητική διαδικασία κατά την οποία, με αξιοποίηση δεδομένων, προκείμενων ή παρατηρήσεων, εξάγονται συμπεράσματα και γίνονται λογικές συνδέσεις.
Συνώνυμα
συλλογιστική λογισμός σκεπτικό στοχασμός επιχείρημα σκέψη λογική επιχειρηματολογία νόηση λόγος ορθολογισμός ανάλυση συμπέρασμα επαγωγή διαλεκτική
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συλλογισμός του στηρίζεται σε λογικά επιχειρήματα.
- Μετά από προσεκτικό συλλογισμό, αποφάσισε να αποδεχτεί την πρόταση.
- Ο καθηγητής εξήγησε έναν μαθηματικό συλλογισμό βήμα προς βήμα.
- Βυθίστηκε σε συλλογισμούς για ώρες, προσπαθώντας να βρει λύση.
- Ο κριτικός αμφισβήτησε τον συλλογισμό που οδήγησε στο συμπέρασμα.