μαλακία

ουσιαστικό

1. Ενέργεια, πράξη ή κατάσταση που θεωρείται ανόητη, άστοχη ή χωρίς αξία.

2. Μιλάω ή ενεργώ χωρίς σοβαρότητα, κρίση ή προσοχή.

3. Στην καθομιλουμένη, χυδαίος χαρακτηρισμός για το ανδρικό γεννητικό όργανο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό που έκανες ήταν μεγάλη μαλακία.
  • Μη λες τέτοια μαλακία μπροστά σε όλους.
  • Το να ακυρώσεις το ταξίδι τελευταία στιγμή ήταν μαλακία.
  • Στην ταινία έλεγε συνέχεια μαλακίες και δεν είχε πλοκή.
  • Έκανα μια μαλακία και έχασα το εισιτήριο.
  • Μην ασχολείσαι με τις μαλακίες που λέει.