χαζοσύνη
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη κρίσης, λογικής και σύνεσης στη σκέψη, με αποτέλεσμα απερίσκεπτες ή μη ορθολογικές αποφάσεις.
Συνώνυμα
βλακεία ηλιθιότητα ανοησία μωροσύνη κουταμάρα χαζομάρα μαλακία πατάτα γκάφα αφέλεια παιδαριότητα επιπολαιότητα απερισκεψία ανωριμότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χαζοσύνη του να μην φοράς ζώνη στο αυτοκίνητο μπορεί να κοστίσει πολύ ακριβά.
- Μην ανησυχείς για τη δική μου χαζοσύνη, ήταν απλώς ένα αστείο μεταξύ φίλων.
- Θα ήταν χαζοσύνη να αρνηθείς αυτή την ευκαιρία χωρίς να την σκεφτείς πρώτα.
- Τα παιδιά γελούσαν με κάθε χαζοσύνη που έκαναν στον κήπο.
- Σταμάτα αυτή τη χαζοσύνη και συγκεντρώσου στη δουλειά.