κουταμάρα

άλλο

Στάση, πράξη ή λόγος που δείχνει έλλειψη σωφροσύνης, κρίσης ή προσοχής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κουταμάρα του να αγνοήσει τις οδηγίες κόστισε πολύ.
  • Μην κάνεις τέτοια κουταμάρα, θα μπλέξεις.
  • Συγγνώμη, ήταν δική μου κουταμάρα, δεν το σκέφτηκα.
  • Αυτό που έγραψε είναι καθαρή κουταμάρα.
  • Τι κουταμάρα ήταν αυτή που πρότεινες;