φαντασία
ουσιαστικό1. Ικανότητα του νου να σχηματίζει νοητικές εικόνες, ιδέες ή αφηγήσεις που δεν αντιστοιχούν άμεσα στην παρούσα αισθητηριακή εμπειρία.
2. Δημιουργική ικανότητα ή εφευρετικότητα που παράγει πρωτότυπες ιδέες, παραστάσεις ή καλλιτεχνικά έργα.
Συνώνυμα
μυθοπλασία φαντασίωση δημιουργικότητα εφευρετικότητα επινοητικότητα οραματισμός όραμα όνειρο ονειροπόληση ψευδαίσθηση παραίσθηση μύθος φαντασιοπληξία σκέψη παραμύθι παραισθήση έμπνευση ιδέα δοξασία νόηση ουτοπία ψευδολογία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φαντασία του παιδιού είναι ζωηρή.
- Δεν χρειάζεται να έχεις μεγάλη φαντασία για να καταλάβεις τι συνέβη.
- Μου αρέσει η λογοτεχνία της φαντασίας.
- Η παράσταση ξεχώρισε λόγω της φαντασίας στη σκηνοθεσία.
- Το σχέδιο ήταν απλό και δεν έδειχνε φαντασία.