μυαλό
ουσιαστικό1. Οργανικό όργανο του νευρικού συστήματος σε σπονδυλωτά, που βρίσκεται στο κρανίο και ελέγχει ζωτικές λειτουργίες καθώς και αισθητηριακές, κινητικές και γνωστικές διεργασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μυαλό μου είναι κουρασμένο μετά από τόση δουλειά.
- Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει και θα το λύσεις.
- Δεν μπορώ να βγάλω την εικόνα απ' το μυαλό μου.
- Χρειάζεται λίγο μυαλό για να σχεδιάσεις κάτι λειτουργικό.
- Φοβόταν ότι είχε χάσει το μυαλό του μετά το ατύχημα.