μπούρδα

ουσιαστικό

1. Λόγος ή ισχυρισμός που στερείται αλήθειας, λογικής ή ουσίας και εκφράζεται με υπερβολές, ανακρίβειες ή ασύνδετα επιχειρήματα, χωρίς τεκμηρίωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό που λες είναι μπούρδα.
  • Μην πουλάς μπούρδα στον κόσμο.
  • Η ταινία ήταν τελείως μπούρδα.
  • Μη δίνεις σημασία στην μπούρδα που διάβασες στο ίντερνετ.
  • Όλη η συζήτηση αποδείχτηκε μπούρδα.