φρόνηση

ουσιαστικό

Εσωτερική ικανότητα να κρίνει και να επιλέγει ορθά και με ωριμότητα ενέργειες ή αποφάσεις, βασισμένη στη γνώση, την εμπειρία και στην εκτίμηση των συνεπειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η φρόνηση του δασκάλου βοήθησε τους μαθητές να πάρουν σωστές αποφάσεις.
  • Χρειάζεται φρόνηση όταν αντιμετωπίζεις οικονομικά προβλήματα.
  • Ο πολιτικός έδειξε φρόνηση στη διαχείριση της κρίσης.
  • Στην αρχαία φιλοσοφία, η φρόνηση θεωρείται αρετή του πρακτικού νου.
  • Με φρόνηση και υπομονή, τα προβλήματα λύνονται πιο εύκολα.
  • Η φρόνηση της γιαγιάς ήταν εμφανής στις καθημερινές της συμβουλές.