δέχομαι
ρήμα1. Επιτρέπω να εισέλθει στην κατοχή, στη χρήση ή στη σφαίρα ευθύνης μου κάτι που μου προσφέρεται ή μου αποστέλλεται.
2. Παρέχω φιλοξενία ή θερμή αντιμετώπιση σε πρόσωπο που φτάνει ή επισκέπτεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αρνούμαι απορρίπτω διώχνω στέλνω κρίνω αμφισβητώ αποβάλλω αποκρούω αποποιούμαι αποστέλλω απορρίπτομαι αξιώνω αποδιώχνω εκδιώκω εκδιώχνω εξωθώ επιφυλάσσομαι πάσο αγνοώ αποφεύγω αποκηρύσσω απέχω ζητώ αμφιβάλλω απαιτώ αντικρούω αντιτίθεμαι αποκλείω απωθώ δυσπιστώ αποκλείομαι αποφεύγομαι εγείρω εκζητώ εκπέμπω εξαιρώ εκσφενδονίζω δίνω επιστρέφω αποπέμπω προβάλλω εξορίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Απόψε δέχομαι την πρόσκλησή σου με χαρά.
- Δεν δέχομαι τη συγγνώμη σου αν η συμπεριφορά σου συνεχιστεί.
- Στη δουλειά δέχομαι τηλεφωνήματα από πελάτες όλη μέρα.
- Μετά τη συζήτηση δέχομαι ότι έκανα λάθος.
- Στο σπίτι δέχομαι επισκέψεις μόνο τα Σαββατοκύριακα.