δέχομαι

ρήμα

1. Επιτρέπω να εισέλθει στην κατοχή, στη χρήση ή στη σφαίρα ευθύνης μου κάτι που μου προσφέρεται ή μου αποστέλλεται.

2. Παρέχω φιλοξενία ή θερμή αντιμετώπιση σε πρόσωπο που φτάνει ή επισκέπτεται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Απόψε δέχομαι την πρόσκλησή σου με χαρά.
  • Δεν δέχομαι τη συγγνώμη σου αν η συμπεριφορά σου συνεχιστεί.
  • Στη δουλειά δέχομαι τηλεφωνήματα από πελάτες όλη μέρα.
  • Μετά τη συζήτηση δέχομαι ότι έκανα λάθος.
  • Στο σπίτι δέχομαι επισκέψεις μόνο τα Σαββατοκύριακα.