αντίπαλος
ουσιαστικό1. Άτομο ή ομάδα που αγωνίζεται ή συναγωνίζεται εναντίον άλλου σε παιχνίδι, αθλητικό αγώνα, διαγωνισμό ή άλλη μορφή ανταγωνισμού.
Συνώνυμα
ανταγωνιστής αντίζηλος αντίμαχος αντίπαλη συναγωνιστής εχθρός απέναντι αντίθετος παίκτης αντιπολίτευση διαγωνιζόμενος εχθρή αντίδικος μονομάχος διεκδικητής αντιστάτης αντιπαλέων επικριτής
Αντώνυμα
σύμμαχος φίλος σύντροφος συνεργάτης συμπαίκτης συμπολεμιστής πλευρά φιλαράκος φρουρός φιλαράκι εραστής οπαδός παλιόφιλος συνοδός κολλητός εταίρος ευεργέτης παραστάτης παρτενέρ συνοδοιπόρος συντρόφισσα υπερασπιστής διαμεσολαβητής συμπαραστάτης συνεταίρος ταίρι υποστηρικτής ομοϊδεάτης συνεργός συνάδελφος συμπαθητής στήριγμα αδελφός ήρωας σύμβουλος φύλακας θαυμαστής πρέσβης γκόμενος εκπρόσωπος πράκτορας πρωθυπουργός διασώστης θεματοφύλακας καθοδηγητής προστάτης πρωταγωνιστής πρόβατο συνήγορος σωτήρας θήραμα πυλώνας συμμέτοχος συμπαράταξη σωματοφύλακας αρωγός βοηθός εαυτός πρόεδρος αδερφός θύμα στρατιώτης στρατηγός εργαλείο μέλος ακόλουθος είδωλο μέντορας σεκιουριτάς συνασπισμός συντονιστής φροντιστής χωροφύλακας παρακολουθητής πρεσβευτής συντελεστής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αντίπαλος του στον τελικό ήταν πρωταθλητής.
- Η αντίπαλη της στο ντέρμπι είχε μεγάλη εμπειρία.
- Οι αντίπαλοι στην πολιτική συζήτηση παρουσίασαν εντελώς αντίθετες προτάσεις.
- Η εταιρεία αντιμετωπίζει σκληρούς αντίπαλους στην αγορά.
- Ο καιρός αποδείχθηκε ο πιο σκληρός αντίπαλος των οργανωτών.