είδωλο
ουσιαστικό1. Αναπαραγωγή ή μορφή της εξωτερικής εμφάνισης ενός αντικειμένου ή προσώπου που προκύπτει από ανάκλαση, διάθλαση ή καλλιτεχνική απεικόνιση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το είδωλο στον καθρέφτη μου φαίνεται κουρασμένο.
- Στον παλιό ναό βρήκαν ένα είδωλο από μπρούτζο.
- Τον θεωρούν είδωλο και ακολουθούν κάθε του κίνηση.
- Η επιτυχία αποδείχτηκε ένα είδωλο που εξαφανίστηκε γρήγορα.
- Το κοινωνικό είδωλο που δείχνεις διαφέρει από τον πραγματικό σου εαυτό.