ταίρι
ουσιαστικό1. Άτομο με το οποίο κάποιος διατηρεί στενή συναισθηματική ή ερωτική σχέση ή συμβιώνει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ταίρι μου είναι από την Ιταλία.
- Στη δουλειά βρήκα το ιδανικό ταίρι για το νέο πρότζεκτ.
- Χρειάζομαι ένα ταίρι για τον χορό του σχολείου.
- Αυτό το σακάκι είναι το τέλειο ταίρι για το φόρεμά σου.
- Μετά από χρόνια φιλίας, τελικά έγιναν ταίρι.