συμπαραστάτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που παρέχει ψυχολογική, ηθική ή πρακτική υποστήριξη σε κάποιον, στέκεται δίπλα του και τον βοηθά σε δύσκολες καταστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συμπαραστάτης ήταν πάντα δίπλα μου στις δύσκολες στιγμές.
- Ο συμπαραστάτης του πολίτη διερεύνησε τις καταγγελίες για κακοδιοίκηση.
- Ο συμπαραστάτης για άτομα με αναπηρία συνοδεύει τον αιτούντα στις διαδικασίες και διευκολύνει την επικοινωνία με τις αρχές.
- Ο συμπαραστάτης του βουλευτή τον υπερασπίστηκε δημόσια στις κρίσιμες ψηφοφορίες.
- Η φιλία της αποτέλεσε τον συμπαραστάτη της στην καλλιτεχνική της πορεία.