σύμβουλος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που παρέχει συμβουλές, καθοδήγηση ή εξειδικευμένη γνώση σε άτομα, ομάδες ή οργανισμούς για τη λήψη αποφάσεων, τη βελτίωση πρακτικών ή την επίλυση προβλημάτων.
Συνώνυμα
συμβουλευτής κονσάλταντ μέντορας καθοδηγητής εμπειρογνώμονας γκουρού συνήγορος πνευματικός προπονητής σοφός ψυχολόγος θεραπευτής οδηγός βοηθός παραστάτης εμψυχωτής αξιωματούχος επιβλέπων επιμορφωτής συμπαραστάτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σύμβουλος βοήθησε την εταιρεία να μειώσει τα έξοδα.
- Η κυβέρνηση όρισε νέο σύμβουλο για θέματα εξωτερικής πολιτικής.
- Η μαθήτρια μίλησε με τη σύμβουλο του σχολείου για το άγχος της.
- Χρειάζομαι έναν νομικό σύμβουλο για να ετοιμάσει τα έγγραφα.
- Στείλαμε δύο συμβούλους για την εκπαίδευση του προσωπικού.