συνεργός
ουσιαστικό1. Άτομο που συνεργάζεται με άλλα άτομα σε κοινή εργασία, επιχείρηση ή δραστηριότητα, συμμετέχοντας στη λήψη αποφάσεων και στην εκτέλεση καθηκόντων.
Συνώνυμα
συνένοχος συνεργάτης συμμέτοχος συντελεστής συνωμότης βοηθός εταίρος συνάδελφος συνεταίρος σύμμαχος ταίρι σύντροφος συνέταιρος αρωγός τσιράκι συμπαίκτης συμπαραστάτης παρτενέρ συμμετέχων δράστης μέλος συντρόφισσα εμπλεκόμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συνεργός του ληστή συνελήφθη χθες το βράδυ.
- Η συνεργός του εγκληματία καταδικάστηκε σε φυλάκιση.
- Η συνεργός μου στο εργαστήριο παρουσίασε τα αποτελέσματα της μελέτης.
- Οι συνεργοί της εταιρείας αποφάσισαν να επεκτείνουν τις δραστηριότητες στο εξωτερικό.
- Ο συνεργός της ομάδας συνέβαλε αποφασιστικά στην επιτυχία του προγράμματος.