συναγωνιστής

ουσιαστικό

1. Άτομο που συμμετέχει σε αγώνα, διαγωνισμό ή άλλη ανταγωνιστική δραστηριότητα με σκοπό να υπερέχει ή να νικήσει άλλους.

2. Άτομο που δρα ή μάχεται από κοινού με άλλους για έναν κοινό σκοπό ή υπόθεση, σύντροφος στην προσπάθεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συναγωνιστής τερμάτισε πρώτος στον αγώνα δρόμου.
  • Στις εκλογές ο συναγωνιστής του απέσπασε περισσότερες ψήφους.
  • Ο συναγωνιστής στην οργάνωση υπερασπίστηκε τα δικαιώματά μας σε κάθε κινητοποίηση.
  • Το 1943 ο συναγωνιστής του στο μέτωπο έσωσε πολλούς συντρόφους του.
  • Στο γραφείο ο συναγωνιστής προσπαθεί να κερδίσει την προαγωγή με σκληρή δουλειά.