μέλος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που ανήκει σε ομάδα, σύλλογο ή οργανισμό και έχει δικαιώματα, υποχρεώσεις ή συμμετοχή στις δραστηριότητές του.

2. Τμήμα του σώματος ανθρώπου ή ζώου, όπως χέρι, πόδι ή πτέρυγα, που εξυπηρετεί κινητικές ή λειτουργικές ανάγκες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι μέλος της ομάδας εδώ και τρία χρόνια.
  • Τα μέλη του συλλόγου ψήφισαν υπέρ της πρότασης.
  • Ο τραυματίας έχασε ένα μέλος στο ατύχημα.
  • Κάθε μέλος της οικογένειας συνεισφέρει στις δουλειές του σπιτιού.
  • Για να χρησιμοποιήσεις την εφαρμογή πρέπει να γίνεις μέλος.